Κατά τη διαδικασία εγγραφής του παιδιού στο σχολείο, απαιτείται ο πλήρης έλεγχος της σωματικής του υγείας (οφθαλμολογικός, καρδιολογικός, παιδιατρικός). Ωστόσο, ο έλεγχος της ψυχικής του υγείας εξαρτάται αποκλειστικά από την πρωτοβουλία των γονέων. Είναι αλήθεια πως δεν είναι εύκολο για κάποιον μη εκπαιδευμένο όπως οι γονείς, να αναγνωρίσουν αν κάποια συμπεριφορά του παιδιού είναι φυσιολογική/αναμενόμενη για την ηλικία του ή όχι.

  • Αν λοιπόν σας προβληματίζει κάποια εκδήλωση συμπεριφοράς
  • Αν θεωρείτε ότι σε κάποιο τομέα το παιδί αποκλίνει από το μέσο όρο της ηλικίας του
  • Αν γνωρίζετε πως πρόκειται να αντιμετωπίσετε κάποια δυσκολία στο άμεσο μέλλον π.χ. μετακόμιση/διαζύγιο

Μην διστάσετε να απευθυνθείτε σε κάποιον ψυχολόγο, εφόσον κάτι στη συμπεριφορά ή στη συναισθηματική κατάσταση του παιδιού σας σας προβληματίζει. Η συζήτηση με κάποιον ειδικό μπορεί να σας βοηθήσει να κατανοήσετε καλύτερα αυτό που συμβαίνει και να δείτε αν χρειάζεται κάποια υποστήριξη. Εσείς γνωρίζετε το παιδί σας και, όταν αισθάνεστε ότι κάτι έχει αλλάξει ή ότι δυσκολεύεται, αξίζει να το διερευνήσετε.

Εκτός από τα τυπικά αλλά απαραίτητα προσόντα, όπως η εκπαίδευση και η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, είναι σημαντικό να πρόκειται για κάποιον άνθρωπο με τον οποίο εσείς και το παιδί αισθάνεστε άνετα. Διαλέξτε κάποιον ειδικό που σας ταιριάζει και με τον οποίο πιστεύετε ότι μπορείτε να επικοινωνείτε εύκολα εσείς και το παιδί. Η καλή έκβαση της θεραπείας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σχέση που αναπτύσσει το παιδί με τον θεραπευτή του.

Επίσης, είναι καλό να είστε επιφυλακτικοί απέναντι σε επαγγελματίες που υπόσχονται άμεση και βέβαιη λύση ενός προβλήματος ή, αντίθετα, προδιαγράφουν εξαρχής ότι θα απαιτηθεί μακροχρόνια θεραπεία. Η διάρκεια και η μορφή της θεραπευτικής παρέμβασης εξαρτώνται από τις ανάγκες, τις δυσκολίες και την πορεία κάθε παιδιού και χρειάζεται να επανεκτιμώνται στην πορεία της θεραπείας.

Ο παιδοψυχολόγος και ο παιδοψυχίατρος έχουν διαφορετική εκπαίδευση και ρόλο, αλλά συχνά συνεργάζονται για την ολοκληρωμένη υποστήριξη ενός παιδιού ή εφήβου.

Ο παιδοψυχολόγος μπορεί να αξιολογήσει τις συναισθηματικές, συμπεριφορικές και γνωστικές δυσκολίες του παιδιού και να παρέχει ψυχοθεραπευτική υποστήριξη, καθώς και συμβουλευτική στους γονείς. Η προσέγγιση μπορεί να προσαρμοστεί στην ηλικία και στις ανάγκες του παιδιού, με αξιοποίηση διαφορετικών θεραπευτικών μεθόδων, όπως η Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Θεραπεία ή η Παιγνιοθεραπεία.

Ο παιδοψυχίατρος είναι ιατρός, με εξειδικευμένη εκπαίδευση στην ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων. Εκτός από την ψυχιατρική αξιολόγηση, μπορεί να εκτιμήσει την ανάγκη για φαρμακευτική αγωγή και να την παρακολουθεί, όταν αυτή κρίνεται απαραίτητη.

Η παραπομπή σε παιδοψυχίατρο μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν υπάρχουν σοβαρά ή επίμονα συμπτώματα, σημαντική έκπτωση στη λειτουργικότητα του παιδιού, απότομες και έντονες αλλαγές στη συμπεριφορά ή στη διάθεση, αυτοκαταστροφικές ή αυτοκτονικές σκέψεις ή συμπεριφορές, σοβαρή επιθετικότητα, διαταραχές της πραγματικότητας ή όταν υπάρχει ανάγκη να διερευνηθεί το ενδεχόμενο φαρμακευτικής αντιμετώπισης.

Σε αρκετές περιπτώσεις, επομένως, δεν πρόκειται για επιλογή του ενός ή του άλλου. Η ψυχοθεραπεία και η ψυχιατρική παρακολούθηση μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, όταν αυτό είναι προς όφελος του παιδιού.

Αν υπάρχει αμφιβολία για το ποια μορφή υποστήριξης χρειάζεται ένα παιδί, μια αρχική συνάντηση με έναν ειδικό ψυχικής υγείας μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της δυσκολίας και στην επιλογή της κατάλληλης κατεύθυνσης

Στο δικό μας κέντρο, κατά την πρώτη συνάντηση με τους γονείς θα ληφθεί λεπτομερές ιστορικό του παιδιού και θα ζητηθεί ξεχωριστά από κάθε γονέα να συμπληρωθεί ένα ερωτηματολόγιο (εργαλείο αξιολόγησης) το οποίο εξετάζει τις δυσκολίες και τις δυνατότητες του παιδιού.

Εφόσον οι γονείς το επιθυμούν, το ίδιο ερωτηματολόγιο θα δοθεί και στον δάσκαλο/νηπιαγωγό του παιδιού. Η αξιοποίηση πληροφοριών από διαφορετικές πηγές συμβάλλει σε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της λειτουργικότητας του παιδιού, καθώς περιορίζει την πιθανότητα να αποτυπωθεί η δυσκολία μόνο από την οπτική ενός προσώπου.

Ο θεραπευτικός σχεδιασμός, καθώς και ο αριθμός των συνεδριών, δεν καθορίζονται αυθαίρετα, αλλά διαμορφώνονται με βάση τα ευρήματα της αξιολόγησης και τις ανάγκες του παιδιού. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, υπάρχει από την αρχή σαφής εικόνα για τους θεραπευτικούς στόχους, την πορεία της παρέμβασης και το αναμενόμενο κόστος της θεραπείας.

Η πρώτη συνάντηση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τους γονείς. Η συνάντηση με τους γονείς προηγείται της συνάντησης με το παιδί, ώστε να ληφθεί το πλήρες ιστορικό του, οι δυσκολίες που έχουν παρατηρηθεί και ο λόγος για τον οποίο ζητείται βοήθεια. Στη συνέχεια, οργανώνεται η πρώτη συνάντηση με το παιδί με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία και την αναπτυξιακή του φάση.

Η συμμετοχή των γονέων είναι συνήθως σημαντικό μέρος της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για παιδιά. Οι γονείς γνωρίζουν την καθημερινότητα του παιδιού και μπορούν να προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες τόσο κατά την αξιολόγηση όσο και στην πορεία της θεραπείας. Η ενεργή συμμετοχή της οικογένειας στη θεραπευτική διαδικασία μπορεί να συμβάλει θετικά στην κατανόηση των αναγκών του παιδιού και στην εφαρμογή των κατάλληλων παρεμβάσεων στην καθημερινότητά του.

Η συμμετοχή αυτή, όμως, δεν σημαίνει ότι οι γονείς βρίσκονται μέσα σε κάθε συνεδρία. Ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, το αίτημα και τη θεραπευτική προσέγγιση, μπορεί να πραγματοποιούνται ξεχωριστές συναντήσεις με τους γονείς για ενημέρωση, συζήτηση της πορείας και καθοδήγηση σε ζητήματα που αφορούν την καθημερινή διαχείριση του παιδιού.

Στην περίπτωση των εφήβων, η συμμετοχή των γονέων παραμένει σημαντική, αλλά παράλληλα χρειάζεται να προστατεύεται ο προσωπικός χώρος και η σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύσσεται μεταξύ του εφήβου και του θεραπευτή. Η συνεργασία με τους γονείς οργανώνεται με τρόπο που να σέβεται τόσο τις ανάγκες του εφήβου.

Μπορεί να συμβεί το παιδί ή ο έφηβος να μη θέλει αρχικά να επισκεφθεί ψυχολόγο. Μπορεί να φοβάται ότι θα κριθεί, να μην καταλαβαίνει γιατί χρειάζεται βοήθεια ή να αισθάνεται ότι οι γονείς αποφάσισαν κάτι χωρίς τη συμμετοχή του.

Στις περιπτώσεις αυτές, δεν είναι συνήθως βοηθητικό να πιεστεί το παιδί. Είναι σημαντικό πρώτα να δημιουργηθεί ένα κλίμα ασφάλειας και να του εξηγηθεί με απλά λόγια τι είναι η συνάντηση και τι μπορεί να περιμένει.

Η πρώτη επαφή μπορεί να γίνει σταδιακά, ανάλογα με την ηλικία και τις ανάγκες του παιδιού. Με τα μικρότερα παιδιά, το παιχνίδι και η δημιουργική δραστηριότητα μπορούν να βοηθήσουν ώστε να εξοικειωθούν με τον χώρο και τον θεραπευτή. Με τους εφήβους, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τους δοθεί χώρος να εκφράσουν οι ίδιοι τις σκέψεις και τις επιφυλάξεις τους και να συμμετέχουν στη διαδικασία.

Ακόμη και όταν το παιδί δεν είναι έτοιμο να έρθει, οι γονείς μπορούν να ζητήσουν συμβουλευτική. Μια πρώτη συνάντηση με τους γονείς μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της δυσκολίας και στην αναζήτηση τρόπων προσέγγισης του παιδιού χωρίς πίεση.

Στόχος δεν είναι να «πειστεί» το παιδί να κάνει θεραπεία, αλλά να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε να μπορέσει σταδιακά να αισθανθεί ασφάλεια και να συμμετάσχει στη διαδικασία.

Η διάρκεια της ψυχοθεραπείας δεν είναι ίδια για όλα τα παιδιά και εξαρτάται από τη φύση και την ένταση της δυσκολίας, καθώς και από τις ανάγκες κάθε παιδιού.

Σε πολλές περιπτώσεις, ήδη από τη λήψη του ιστορικού και την αρχική αξιολόγηση μπορούμε να έχουμε μια αρκετά σαφή εικόνα για τις δυσκολίες του παιδιού και να διαμορφώσουμε τους βασικούς θεραπευτικούς στόχους. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να χρειαστεί να ξεκινήσουμε διερευνητικά, ώστε μέσα από τις πρώτες συνεδρίες να κατανοήσουμε καλύτερα τη δυσκολία και να διαμορφώσουμε σταδιακά το κατάλληλο θεραπευτικό πλάνο.

Οι συνεδρίες πραγματοποιούνται μία φορά την εβδομάδα και έχουν διάρκεια 45 λεπτά. Η πορεία της θεραπείας επανεκτιμάται στην πορεία, ώστε να διαπιστώνεται η πρόοδος του παιδιού και να προσαρμόζεται ανάλογα ο θεραπευτικός σχεδιασμός.

Δεν υπάρχει ένας προκαθορισμένος αριθμός συνεδριών για όλα τα παιδιά. Στόχος είναι η θεραπευτική διαδικασία να έχει συγκεκριμένη κατεύθυνση και να διαρκεί όσο είναι πραγματικά απαραίτητο.

Για την προστασία του θεραπευτικού πλαισίου, αλλά και για την ομαλή λειτουργία του προγράμματος, οι ακυρώσεις ή οι αλλαγές προγραμματισμένων ραντεβού θα πρέπει να πραγματοποιούνται τουλάχιστον 24 ώρες πριν από την προκαθορισμένη ώρα.

Ακυρώσεις που πραγματοποιούνται την ίδια ημέρα, καθώς και η μη προσέλευση στο προγραμματισμένο ραντεβού, χρεώνονται κανονικά, καθώς ο συγκεκριμένος χρόνος έχει δεσμευτεί αποκλειστικά για το παιδί και δεν μπορεί να διατεθεί σε άλλη οικογένεια. Σε περίπτωση συνεχών ακυρώσεων η συνεργασία με το κέντρο διακόπτεται.

Παράλληλα, τηρούνται με συνέπεια οι προκαθορισμένες ώρες έναρξης και λήξης των συνεδριών. Σε περίπτωση καθυστερημένης προσέλευσης, η συνεδρία ολοκληρώνεται στην προγραμματισμένη ώρα και ο χρόνος που χάθηκε λόγω καθυστέρησης δεν αναπληρώνεται με παράταση της συνεδρίας.

Η συνέπεια αυτή είναι σημαντική, ώστε να διασφαλίζεται ότι κάθε παιδί έχει τον χρόνο της συνεδρίας του χωρίς να χρειάζεται να περιμένει λόγω καθυστέρησης προηγούμενου ραντεβού. Με αυτόν τον τρόπο διατηρείται ένα σταθερό και προβλέψιμο θεραπευτικό πλαίσιο για όλα τα παιδιά και τις οικογένειες.